Εκπαιδευτικά προγράμματα και δραστηριότητες

από το Μουσείο  Ελιάς και Λαδιού Πηλίου

των Μυρσίνη Πήχου, Νότα Πάντζου*

            Το Μουσείο Ελιάς και Λαδιού Πηλίου βρίσκετε στην Άνω Γατζέα, στην πλατεία του σιδηροδρομικού σταθμού και έχει αρχίσει την λειτουργία του από τον Μάρτιο του 2008. Το δημιούργησε και το λειτουργεί η αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία ΠΗΛΙΟΝ ΟΡΟΣ.

            “To Μουσείο στη σύγχρονη εκδοχή του, δεν αποτελεί ένα ιεροποιημένο χώρο επισκέψεων, αλλά ένα μέσω παραγωγής και μετάδοσης μηνυμάτων προς το κοινωνικό σώμα, που έρχεται στο φυσικό χώρο του για να χαρεί τα αγαθά της παιδείας, της ψυχαγωγίας, της πληροφόρησης.

            Το Μουσείο μεταβάλλεται σταδιακά από χώρο αντικειμένων σε χώρο ανθρώπων. Και η σχέση που δημιουργεί με τους ανθρώπους είναι αυτή που δείχνει το μέτρο της επιτυχίας του. Απαντώντας στις προκλήσεις και στα νέα δεδομένα που προκύπτουν από τις νέες συχνά  πολυπολιτισμικές κοινωνίες που εξελίσσονται δυναμικά, τα μουσεία ενδιαφέρονται όλο και πιο πολύ η επίσκεψη στο χώρο τους να αποτελεί μια καθολική εμπειρία με ποιοτικά χαρακτηριστικά.

            Η «ανθρωποκεντρική» αυτή θεώρηση των μουσείων θέτει μια σειρά ερωτήματα για το πόσο και πως θα ανταποκριθούν στις ανάγκες που προκύπτουν από το διαφορετικό μορφωτικό, κοινωνικό και οικονομικό κεφάλαιο κάθε επισκέπτη. Πως θα προσεγγίσουν ταυτόχρονα έναν αμφισβητία νέο, ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, μια πολυμελή οικογένεια με μικρά παιδιά, μια «ψαγμένη» φοιτήτρια; Ή ακόμη πως θα ανταποκριθούν στις ανάγκες των μη – επισκεπτών τους, ανθρώπων απομακρυσμένων για ποικίλους λόγους (οικονομικούς, χωροταξικούς, ψυχολογικούς, ιδεολογικούς ή υγείας)”.

 

            Από την πρώτη στιγμή αναγνωρίστηκε η ανάγκη σχεδιασμού εκπαιδευτικών και ενημερωτικών προγραμμάτων για την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων του Μουσείου. Κρίθηκε απαραίτητο οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες να καλύπτουν τόσο τις ανάγκες των μαθητών όσο και τις απαιτήσεις των ανεξάρτητων επισκεπτών.

            Στο Μουσείο Ελιάς και Λαδιού Πηλίου στην Άνω Γατζέα πραγματοποιούνται εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονται σε όλες τις τάξεις του Δημοτικού σχολείου, Γυμνασίου και Λυκείου. Στόχος των εκπαιδευτικών προγραμμάτων είναι η γνωριμία των παιδιών με το Μουσείο, την εξοικείωση τους με τις παραγωγικές διαδικασίες που αφορούν την ελιά, το λάδι, τη διατροφική τους αξία, την παραγωγή σαπουνιού, καθώς και με την τοπική ιστορία, αρχιτεκτονική, παραδοσιακό εμπόριο, βιομηχανική αρχαιολογία και πολιτιστική κληρονομιά.

            Αναπόσπαστο κομμάτι του Μουσείου, τα προγράμματα είναι διαδραστικά και απαιτούν την ενεργή συμμετοχή των παιδιών καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης. Αποτελούνται από διαφορετικές δραστηριότητες, όπως π.χ. θεατρικό παιχνίδι και ζωγραφική και εμπλουτίζονται από διαφορετικών ειδών εποπτικά μέσα (λ.χ. προβολές, ερωτηματολόγια κ.λ.π).

            Συγκεκριμένα προτείνονται από το Μουσείο τέσσερα διαφορετικά προγράμματα (για μαθητές του δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου) και μια δραστηριότητα για ενήλικες και οικογένειες.

            Με τη βοήθεια κουκλών που ζωντανεύουν μυθολογικά πρόσωπα και αντικείμενα, οι μαθητές συμμετέχοντας ενεργά μαθαίνουν για την συλλογή και παραγωγή της ελιάς, του σαπουνιού, την κατασκευή κάδης, την ιστορία της Άνω Γατζέας και της ευρύτερης περιοχής, την ιστορία του κτηρίου και της οικογένειας. Πέρα από τη γνωριμία με το αντικείμενο του Μουσείου και με όχημα το δημιουργικό και διαδραστικό παιχνίδι και με άξονα το Μουσείο Ελιάς, επιδίωξη μας είναι τα προτεινόμενα εκπαιδευτικά προγράμματα να θέσουν τα θεμέλια για ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης και σεβασμού για την ιστορική μας κληρονομιάς μέσω της κατανόησης της στενής σχέσης μεταξύ φυσικού περιβάλλοντος και υλικού πολιτισμού.

            Καθοριστική για την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων του Μουσείου Ελιάς αποτελεί και η τοποθεσία του στην καρδιά του οικισμού της Άνω Γατζέας και σε απόσταση αναπνοής από τον ομώνυμο σταθμό του θρυλικού τρένου του Πηλίου. Δίνεται η δυνατότητα στα παιδιά σε συνάρτηση με την επίσκεψη τους στο Μουσείο να πραγματοποιήσουν ένα ταξίδι στο χρόνο. Ο σταθμός του «Μουτζούρη», τα παλιά καφενεία και το παντοπωλείο στην κεντρική πλατεία του οικισμού συνθέτουν ένα σκηνικό του Πηλίου των αρχών και μέσων του 20ου αιώνα. Τέλος το ίδιο το οίκημα του Μουσείο, κατασκευασμένο το 1924 από τον Ιωάννη Βογιατζή αποτελεί εξαίρετο δείγμα της Πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής και συγκεκριμένα των οικιών που κατασκευάστηκαν στα «καλύβια» του Αγίου Γεωργίου.

            Ως προς τις δραστηριότητες για ενήλικες και οικογένειες, που περιλαμβάνουν προτεινόμενους περιπάτους τόσο μέσα στον οικισμό της Άνω Γατζέας, όσο και στην ευρύτερη περιοχή του Άγιου Γεωργίου Νηλείας, λειτουργούν σαν ένα ταξίδι στο παρελθόν και σαν περιήγηση στις φυσικές ομορφιές του Πηλίου, την τοπική -παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τον «Μουτζούρη» τις περτόκτιστες κατασκευές των γεφυριών (για το τραίνο), των πεζογεφυριών, τις μεταλλικές κατασκευές των ποτιστικών αυλάκων. Απώτερος σκοπός είναι να γνωρίσουν οι επισκέπτες την πλούσια φυσική και πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής και μέσα από την ιστορία της ελιάς να μυηθούν στις παραδόσεις του Πηλίου. Αναγνωρίζοντας τις αξίες του οικοτουρισμού το Μουσείο φιλοδοξεί με αυτή την δραστηριότητα να λειτουργήσει ως πυρήνας εξορμήσεων και περιβαλλοντικής Παιδείας.

            Τα τελευταία χρόνια υπεύθυνη των εκπαιδευτικών προγραμμάτων είναι η παιδαγωγός Ιωάννα Κωστούλα. Τα εκπαιδευτικά προγράμματα πραγματοποιούνται ύστερα από σχετική συνεννόηση. Για πληροφορίες επικοινωνήστε με τα τηλέφωνα: 6977252644 ή  24230 22009.

 

* Η  Νότα Πάντζου είναι λέκτωρ Μουσειολογίας και Πολιτιστικού Μάνατζμεντ στο Πανεπιστήμιο Πατρών και η Μυρσίνη Πήχου είναι  μουσειολόγος Ms στο Μουσείο του Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έχουν συντάξει τα εκπαιδευτικά προγράμματα του Μουσείου Ελιάς και Λαδιού Πηλίου.

 ΤΟΠΙΚΗ   ΙΣΤΟΡΙΑ

Τά «Καλύβια» τῆς Γατζέας

 

                                    τοῦ Κώστα Λιάπη

Μέσα στόν ἀπέραντο καί τεφροπράσινο ἐλιώνα τοῦ «μεγάλου Ἁϊ – Γιώργη τοῦ Πηλίου φωλιάζουν ἀνάρια τά «καλύβια» τῆς Γατζέας. Χειμωνιάτικη ἕδρα τῶν κατοίκων τοῦ Ἁϊ – Γιώργη τοῦτα τά διάσπαρτα «καλύβια» συνθέτουν οὐσιαστικά τούς οἰκισμούς Ἄνω Γατζέα, Κάτω Γατζέα, Ἁγία Τριάδα καί Δυορέματα, καθώς καί στούς ἰσάριθμους συνοικισμούς Κανάλια, Μπίρ, Μαράθη καί Μαλάκι.

Ταπεινά κτίσματα τά παλιά τοῦτα κονάκια, πού ὡστόσο στή διάρκεια τοῦ 20ου αἰῶνα ἐξελίχτηκαν αἰσθητικά καί λειτουργικά σέ σωστά σπίτια, πρωτοχτίστηκαν ἀπό τούς ἁϊγιωργίτες ἐλαιοπαραγωγούς σέ καιρούς χαλεπούς γιά τόν τόπο, μέσα στ’ ἀπομακρυσμένα ἀπό τό «Χωριό» (ἔτσι λένε οἱ ντόπιοι στόν Ἁϊ-Γιώργη) λιοπερίβολά τους, σάν προσωρινά καταλύμματα, κυρίως γιά τίς δύσκολες χειμωνιάτικες ὧρες τοῦ «μαξουλιοῦ».

Γιά τούς διπλοκατοικοῦντες βέβαια τόν τόπο πρῶτος ὀργανωμένος οἰκισμός στάθηκε ὁ Ἁϊ-Γιώργης, πού βιγλίζει ἀπό τά ψηλώματα τοῦ Δυτικοῦ Πηλίου – καί ἀπό ὑψόμετρο πού κυμαίνεται ἀνάμεσα στά 550 μέ 750 μέτρα –  τόν Παγασητικό κόλπο, ἐδῶ καί τέσσερεις πάνω – κάτω αἰῶνες. Ὅταν, ὅμως, ὁ μεγάλος ἐλιώνας τοῦ χωριοῦ (ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους τοῦ Πηλίου, καθώς καλύπτει ἔκταση 7.500 στρεμμάτων καί ἀριθμεῖ 175.000 περίπου λιόδεντρα) ἐλιώνας πού ἁπλώνεται ἀπό τήν ἀκρογιαλιά καί φτάνει σέ ὑψόμετρο 500 περίπου μέτρων, ἄρχισε ν’  ἀποδίδει ἐδῶ καί 200 περίπου χρόνια περισσότερο ἀπό ὅλες τίς ἄλλες ἁϊγιωργίτικες καλλιέργειες, οἱ ντόπιοι ἄρχισαν νά προβληματίζονται σοβαρά γιά τό πώς θά μποροῦσαν νά βρίσκονται κοντύτερα στά λιοπερίβολά τους, τουλάχιστον τήν ἐποχή τοῦ «μαξουλιοῦ». Ἔτσι ἀπό τίς ἀρχές περίπου τοῦ 19ου αἰῶνα οἱ ἁϊγιωργίτες ἐλαιοπαραγωγοί ἄρχιζαν νά χτίζουν σποραδικά τά καλύβια τους, ὁ καθένας μέσα στό μεγαλύτερο ἤ κεντρικότερο κτῆμα του, γιά νά μποροῦν νά βρίσκονται κοντά στά λιοπερίβολά τους τόν καιρό τῆς σοδειᾶς, ἀποφεύγοντας ἔτσι τό καθημερινό βασανιστικό, λόγῳ καί τοῦ χειμώνα, ἀνέβα – κατέβα ἀπ’ τά χαμηλώματα  τῆς Γατζέας στά ψηλώματα τοῦ Ἁϊ-Γιώργη κι ἀντίστροφα, καθώς (ἀργότερα) καί τό κουβάλημα ὅλης τῆς σοδειᾶς στόν Ἁϊ-Γιώργη.

Βέβαια τά πρῶτα ἐκείνα χτίσματα τῆς ἀνάγκης εἶχαν μία ὑποτυπώδη λειτουργικότητα. Ἄν καί πέτρινα καί πλακοσκέπαστα τοῦτα τά χειμωνιάτικα κονάκια εἶχαν στήν ἀρχή ἕναν ἐντελῶς πρόχειρο ἐξοπλισμό, ἀφοῦ ὁ ρόλος τους ἦταν νά στεγάσουν τούς ἰδιοκτῆτες τους ὅταν, τόν καιρό πού «μάζευαν» τή σοδειά τους, τούς ἔπιανε καμιά κακοκαιρία ἤ καί καμιά νύχτα, ὅταν ἡ κούραση καί οἱ κακές καιρικές συνθῆκες δέν τούς ἐπέτρεπαν ν’  ἀνεβοῦν στό «Χωριό», ὅπου βέβαια εἶχαν τήν μόνιμη κατοικία τους.

Ἔτσι τά πρῶτα γατζεώτικα «καλύβια» δέν εἶχαν , δέν χρειάζονταν – τουλάχιστον στήν ἀρχή – νά ἔχουν παρά τέσσερεις γυμνούς τοίχους, μερικά «γαλιαγροσάκια» γιά στρώματα καί λίγα «τσιργιά» γιά τόν ὕπνο τῆς ἀνάγκης.  Δέν εἶχαν οὔτε κἄν τζάκι , παρ’ ὅλο πού χρησιμοποιοῦνταν χειμώνα. Μόνο μία «παραστιά» ὑπῆρχε γιά ν’ ἀνάβουν φωτιά οἱ νοικοκυραῖοι, νά ζεσταίνονται τά κρύα βράδια, νά στεγνώσουν τά βρεγμένα ροῦχα τους, καί νά φτιάχνουν πότε – πότε καί κανένα τσουκάλι φαΐ τῆς ἀνάγκης.

Φυσικά τά παλιά τοῦτα πρόχειρα καταλύματα ἦταν στήν ἀρχή ὅλα ἰσόγεια, χαμηλά «ἀβέρτα» στό ἐσωτερικό τους (δηλαδή ἀχώριστα), ἀσοβάτιστα, ἀταβάνωτα καί μέ δάπεδο τό χῶμα. Κι ὅσο γιά φωτισμό … Ἀπό τίς «περαστές» τῆς σκεπῆς κρέμονταν μέ ἁλυσίδες ἀπό ἀγριελιά τά λυχνάρια πού φώτιζαν τούς κουρασμένους ξωμάχους τά βράδια, ἄν καί ἐδῶ πού τά λέμε, σπάνια ἄναβαν φῶς, φωτίζονταν συνήθως μόνο ἀπό τή φωτιά – γιά νά μήν ἐπισημάνουν τή μονιά τους οἱ ληστές πού ἀφθονοῦσαν τότε στό Πήλιο. Γιά τόν ἴδιο, ἄλλωστε λόγο τά παλαιότερα ἀπό τοῦτα τά «καλύβια» δέν εἶχαν καί παράθυρα, παρά κάποιους μικρούς φεγγίτες. Ἡ ἔλλειψη, ἐξ ἄλλου, ἀσφάλειας ἀνάγκαζε τότε τούς νοικοκυραίους νά κουβαλοῦν ὅλη τή σοδειά τους σ’ ἐλιές καί λάδι στό «Χωριό».

Ὕστερα, ὅμως, ἀπό τήν ἀπελευθέρωση τῆς Θεσσαλίας ἀπό τούς Τούρκους (1881) οἱ ἁϊγιωργίτες ἐλαιοπαραγωγοί συνήθισαν νά μένουν περισσότερο στά «Καλύβια» τῆς Γατζέας. Ἔτσι τά χειμωνιάτικα τοῦτα κονάκια τῆς ἀνάγκης ἐξοπλίστηκαν μέ τόν καιρό μέ τό χρειαζούμενο νοικοκυριό, ἀπόκτησαν μαζί μέ τό δεύτερο ὄροφό τους καί ὅλα τά χρειώδη ἑνός κατ’  ἐξοχήν ἀγροτόσπιτου, καθώς καί κάποιες στοιχειώδεις ἀνέσεις.

Ἔτσι δημιουργήθηκε ὁ νέος τύπος τοῦ γατζεώτικου σπιτιοῦ. Τό ἰσόγειο ἔμεινε τώρα «κατώι» (ἔτσι λένε οἱ Ἁϊγιωργίτες τόν σταῦλο πού συστεγάζεται στό σπίτι πού διαμένουν) γιά τά «πράματα» (τά οἰκόσιτα ζῶα), ἐνῶ σέ κάποια γωνιά του στέγασε καί τά πιθάρια τοῦ λαδιοῦ κι ἀργότερα – ὅταν οἱ Ἁϊγιωργίτες ἔπαψαν νά ἐλαιοποιοῦν ὅλη τήν ἐλαιοπαραγωγή τους – καί τίς μεγάλες «κάδες» γιά τίς βρώσιμες ἐλιές πού προοριζόταν γιά τό ἐμπόριο. Στόν ὄροφο μπῆκε ξύλινο δάπεδο, ἐνῶ ὁ ἴδιος χωρίστηκε σέ δωμάτια σοβατισμένα καί ταβανωμένα, στά ὑπνοδωμάτια μπῆκαν καί τζάκια, στήν κουζίνα ὅλα τά χρειώδη τῆς νοικοκυρᾶς. Ἔτσι τό παλιό πρόχειρο κατάλυμα ἔγινε ἕνα σπίτι σωστό μέ τά οὕλα του, ἔστω καί ἄν δέν ἔπαψε μέχρι σήμερα νά λέγεται «καλύβι». Τά σπίτια μάλιστα τῆς Κάτω Γατζέας, πού στέγασαν γοργά μία μόνιμη σύνθεση πληθυσμοῦ, καθώς οἱ ἔνοικοί τους, μαγνητισμένοι ἀπ’ τή θάλασσα καί τά καλά της ξέκοψαν ὁριστικά καί τελεσίδικα ἀπ’ τό «Χωριό», γίνηκαν ἀπό τήν ἀρχή σωστά, ἀπόχτησαν πλήρη καί σύγχρονο ἐξοπλισμό, πλουτίστηκαν στό ἄψε – σβῆσε καί μέ βοηθητικούς χώρους, ὅπως λ.χ. ἀποθῆκες, σταύλους, πλυσταριά, φουρναριά κ.λ.π.

Τόν ἴδιο καιρό πού βελτιώνονται καί ἀναπτύσσονται μέσα στό δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰῶνα οἱ χειμωνιάτικοι αὐτοί οἰκισμοί καί συνοικισμοί στά χαμηλώματα τῆς Γατζέας καί μέ δεδομένο πιά πώς ὅλο καί περισσότεροι Ἁϊγιωργίτες διαμένουν στό μεγαλύτερο διάστημα τοῦ χειμώνα ἀλλά καί αὐτῆς τῆς ἄνοιξης στά «καλύβια» τους, λειτουργοῦν πιά καί τά πρῶτα μαγαζιά στήν Ἄνω Γατζέα, ἐνῶ χτίζεται γιά τίς θρησκευτικές ἀνάγκες τῶν κατοίκων (στά 1866) ἡ μικρή Ἐκκλησία τῆς Γέννησης τῆς Θεοτόκου στήν Ἄνω Γατζέα, ἐκκλησία πού ἀργότερα (στά 1933) κατεδαφίζεται ὡς ἀνεπαρκής καί στή θέση ἀνεγείρεται ἀπό τόν αἰγυπτιώτη ἁϊγιωργίτη Κωνσταντίνο Βολιώτη ἡ μεγάλη καί περικαλλής ἐκκλησία τῆς Εὐαγγελίστριας. Λίγο πρίν τό τέλος τοῦ 19ου αἰῶνα (στά 1891) χτίζεται ἐπίσης στόν οἰκισμό τῆς Ἁγίας Τριάδας ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου καί στά 1913 ἀποκτάει καί ἡ Κάτω Γατζέα τή δική της ἐκκλησία τῆς Ὕψωσης τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἐκκλησία πού ἀνέγειρε ὁ ἐπίσης ἁϊγιωργίτης Κωνσταντῖνος Κοντογεώργης, καί πού ἐρειπωμένη ἀπό τούς σεισμούς τοῦ 1955, ἔδωσε στά 1966 τή θέση της στό νεότερο ὁμώνυμο ναό.

Τά ἴδια περίπου χρόνια, γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ προβλήματος τῆς ἐκπαίδευσης τῶν παιδιῶν, τά ὁποῖα, ἀκολουθώντας τούς γονεῖς τους διαχειμάζουν καί αὐτά στά «Καλύβια» ἱδρύονται καί τά δύο σχολεῖα τῆς Ἄνω Γατζέας τό δημοτικό στά χρόνια τῆς ἐνσωμάτωσης τῆς Θεσσαλίας (1911) μέ ἔξοδα τοῦ ἁϊγιωργίτη  Κωνσταντίνου Καραγιαννόπουλου.

Τέλος, μέ τήν ἔναρξη λειτουργίας τοῦ τραίνου τοῦ Πηλίου στή γραμμή Βόλου – Μηλεῶν (1903) χτίζονται καί τά καινούργια μαγαζιά στό «Σταθμό» τοῦ τραίνου, πού γίνεται ἀπό τότε καί γιά ὅσα χρόνια λειτουργοῦσε σέ καθημερινή βάση ὁ «Μουτζούρης», τό κέντρο τῆς οἰκονομικῆς καί κοινωνικῆς ζωῆς τῶν Γατζεωτῶν.

Πάντως γιά πολλά χρόνια ἡ λειτουργία τῶν χειμωνιάτικων αὐτῶν οἰκισμῶν τοῦ  Ἁϊ – Γιώργη ἦταν ἄτυπη – ἄν μποροῦμε νά τό ποῦμε ἔτσι – ἀφοῦ ἡ ἐπίσημη ἕδρα τῆς «χώρας» τοῦ Ἁϊ-Γιώργη ἦταν τό «Χωριό». Ἡ ἐπίσημη ἀναγνώριση τῆς Γατζέας ὡς χειμερινῆς ἕδρας τοῦ Ἁϊ-Γιώργη ἔγινε μόλις στά 1894, ἐπί προεδρίας τοῦ Γιάννη Κ. Λιάπη. Ἀπό τότε τό «Χωριό» ἄδειαζε κάθε χρόνο στίς 8 Νοεμβρίου ἀπ’  τούς κατοίκους του, πού κατέβαιναν συφάμελοι στά «Καλύβια» (εἶχαν δέν εἶχαν ἐλιές «μαξούλι»), ἐνῶ ταυτόχρονα κατέβαιναν στά χειμαδιά καί οἱ ἀρχές τοῦ χωριοῦ καί ἡ ἐκκλησία καί τά σχολεῖα. Ἡ ἀντίστροφη διαδικασία, δηλαδή τό ἀνέβασμα τῶν κατοίκων στόν Ἁϊ – Γιώργη, γινόταν παλαιότερα τίς μέρες τοῦ Πάσχα, ἐνῶ ἀργότερα ἐπικράτησε ἡ ἡμερομηνία 10 Μαΐου. Κι ὡς τότε τό «Χωριό» παρέμεινε ἐντελῶς ἔρημο, μέ μόνη ζωντανή παρουσία σ’ αὐτό τρεῖς – τέσσερεις φύλακές του, ἀμειβόμενους ἀπό τήν Κοινότητα.

Ὅλα αὐτά, ὅμως, ἴσχυσαν ὡς τό 1955, πού ἔγιναν οἱ μεγάλοι σεισμοί τοῦ Πηλίου, πού κατέστρεψαν ἕνα σημαντικότατο ποσοστό ἀπ’ τά σπίτια τοῦ «Χωριοῦ». Ἀπό τότε τά πράγματα ἄλλαξαν ριζικά. Κι αὐτό διότι οἱ Ἁϊγιωργίτες, μέ τά στεγαστικά δάνεια πού πῆραν, προτίμησαν νά βελτιώσουν τά παλιά ἢ νά κάνουν τά νέα σπιτικά τους στή Γατζέα, ἐγκαταλείποντας πολλοί ἀπ’  αὐτούς (καί κυρίως ὅσοι δέν εἶχαν σοδειές, κυρίως ἀπό μῆλα, στά ψηλώματα τοῦ Ἁϊ-Γιώργη) τίς βαριά βλαμμένες θερινές ἑστίες τους, πολλές ἀπό τίς ὁποῖες ἄλλαξαν χέρια στά νεότερα χρόνια, καθώς πουλήθηκαν  σέ ξένους, πού, εὐτυχῶς, τά ἀναπαλαίωσαν ὑποδειγματικά.

Ἔτσι τό κλασσικό ἐκεῖνο ἀνέβα – κατέβα τῶν Ἁϊγιωργιτῶν δέν ἔχει πιά τήν καθολικότητα τῶν παλιῶν καιρῶν, καθώς δέν εἶναι πολλές πιά οἱ οἰκογένειες πού διατηροῦν τήν θερινή τους ἑστία στό «Χωριό», κι ἀπό αὐτές κάποιες ἀνεβαίνουν μόνο γιά παραθερισμό στόν Ἁϊ – Γιώργη. Ἕναν Ἁϊ – Γιώργη μεταμορφωμένον πιά σέ λαμπρό θέρετρο, τόν ὁποῖο ἄλλωστε, ἔτσι κι ἀλλιῶς τόν φτάνουν σήμερα εὔκολα οἱ Γατζεῶτες (πού εἶναι βέβαια, πάντα μαζί καί Ἁϊγιωργίτες) ἀπό τόν καινούργιο ἁμαξιτό δρόμο πού τόν συνδέει μέ τή Γατζέα, ἐποχούμενοι πλέον στά γρήγορα τροχοφόρα τους καί ὄχι ὅπως παλιά, καβάλα στά ἀργοκίνητα ἀλογομούλαρά τους.

Καί βέβαια τούτη ἡ ἐξέλιξη εἶχε σάν ἀποτέλεσμα τήν ἀκόμη περαιτέρω βελτίωση τῶν παλιῶν «καλυβιῶν» τῆς Γατζέας, καθώς πιά τά συντριπτικά περισσότερα ἀπό αὐτά, μαζί μέ τά καινούργια καλόγουστα ἀρχοντικά (ντόπιων καί ξένων) πού φυτρώνουν συνεχῶς μέσα στόν ἐλιώνα τῆς Γατζέας, μόνο «καλύβια» πιά δέν εἶναι……..

Εκπαιδευτικά προγράμματα και δραστηριότητες για το Μουσείο της Ελιάς

Στο Μουσείο Ελιάς πραγματοποιούνται εκπαιδευτικά προγράμματα που απευθύνονται σε όλες τις τάξεις του Δημοτικού σχολείου, Γυμνασίου και Λυκείου. Στόχος των εκπαιδευτικών προγραμμάτων είναι η γνωριμία των παιδιών με το Μουσείο, την εξοικείωση τους με τις παραγωγικές διαδικασίες που αφορούν την ελιά και το λάδι καθώς και με την τοπική ιστορία και πολιτιστική κληρονομιά.

Τα προγράμματα είναι διαδραστικά και απαιτούν την ενεργή συμμετοχή των παιδιών καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης. Αποτελούνται από διαφορετικές δραστηριότητες, όπως π.χ. θεατρικό παιχνίδι και ζωγραφική και εμπλουτίζονται από διαφορετικών ειδών εποπτικά μέσα (λ.χ. προβολές, ερωτηματολόγια κ.λ.π).

Συγκεκριμένα προτείνονται από το Μουσείο τέσσερα διαφορετικά προγράμματα (για μαθητές του δημοτικού, γυμνασίου και λυκείου) και μια δραστηριότητα για ενήλικες και οικογένειες.

Με τη βοήθεια κουκλών που ζωντανεύουν μυθολογικά πρόσωπα και αντικείμενα, οι μαθητές συμμετέχοντας ενεργά μαθαίνουν για την παραγωγή της ελιάς, του σαπουνιού, την κατασκευή κάδης, την ιστορία της Άνω Γατζέας και της ευρύτερης περιοχής, την ιστορία του κτηρίου και της οικογένειας. Πέρα από τη γνωριμία με το αντικείμενο του Μουσείου και με όχημα το δημιουργικό και διαδραστικό παιχνίδι και με άξονα το Μουσείο Ελιάς, επιδίωξη μας είναι τα προτεινόμενα εκπαιδευτικά προγράμματα να θέσουν τα θεμέλια για ανάπτυξη περιβαλλοντικής συνείδησης και σεβασμού για την ιστορική μας κληρονομιάς μέσω της κατανόησης της στενής σχέσης μεταξύ φυσικού περιβάλλοντος και υλικού πολιτισμού. Καθοριστική για την επίτευξη των εκπαιδευτικών στόχων του Μουσείου Ελιάς αποτελεί και η τοποθεσία του στην καρδιά του οικισμού της Άνω Γατζέας και σε απόσταση αναπνοής από τον ομώνυμο σταθμό του θρυλικού τραίνου του Πηλίου. Δίνεται η δυνατότητα στα παιδιά σε συνάρτηση με την επίσκεψη τους στο Μουσείο να πραγματοποιήσουν ένα ταξίδι στο χρόνο. Ο σταθμός του «Μουτζούρη», τα παλιά καφενεία και το παντοπωλείο στην κεντρική πλατεία του οικισμού συνθέτουν ένα σκηνικό του Πηλίου των αρχών και μέσων του 20ου αιώνα. Τέλος το ίδιο το οίκημα του Μουσείο, κατασκευασμένο το 1924 από τον Ιωάννη Βογιατζή αποτελεί εξαίρετο δείγμα της Πηλιορείτικης αρχιτεκτονικής και συγκεκριμένα των οικιών που κατασκευάστηκαν στα «καλύβια» του Αγίου Γεωργίου.

Ως προς τις δραστηριότητες για ενήλικες και οικογένειες, που περιλαμβάνουν προτεινόμενους περιπάτους τόσο μέσα στον οικισμό της Άνω Γατζέας, όσο και στην ευρύτερη περιοχή του Άγιου Γεωργίου Νηλείας, λειτουργούν σαν ένα ταξίδι στο παρελθόν και σαν περιήγηση στις φυσικές ομορφιές του Πηλίου. Απώτερος σκοπός είναι να γνωρίσουν οι επισκέπτες την πλούσια φυσική και πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής και μέσα από την ιστορία της ελιάς να μυηθούν στις παραδόσεις του Πηλίου. Αναγνωρίζοντας τις αξίες του οικοτουρισμού το Μουσείο φιλοδοξεί με αυτή την δραστηριότητα να λειτουργήσει ως πυρήνας εξορμήσεων και περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. 

Τα εκπαιδευτικά προγράμματα πραγματοποιούνται ύστερα από σχετική συνεννόηση.

Για περισσότερες πληροφορίες επικοινωνήστε με το τηλέφωνο: 24230 22009.

ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ

Διαδρομή : Κάτω Γατζέα- Ἄνω Γατζέα – Ἅγιος Γεώργιος Νηλείας

Διάρκεια  : 2 ὧρες (καλντερίμι, μονοπάτι, ἀγροτικός)

            Ἀνάμεσα στή Κάτω Γατζέα καί τόν Ἅγιο Γεώργιο Νηλείας, ὑπάρχει ἕνα ὁλόκληρο πλέγμα ἀπό μονοπάτια καί καλντερίμια, μέ τά ὁποῖα συνδέονται αὐτά τά τρία χωριά καί ἐπικοινωνοῦσαν μεταξύ τους. Ὑπῆρχε δέ ἄμεση σχέση μεταξύ αὐτῶν τῶν τριῶν χωριῶν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἀκόμη καί σήμερα. Οἱ κάτοικοι δηλαδή αὐτῶν τῶν χωριῶν τό χειμῶνα, μέ τά πολλά κρύα, κατέβαιναν καί ἔμεναν στήν Ἄνω καί Κάτω Γατζέα. Καί ὅταν ἔπιανε ἡ ἄνοιξη καί ζέσταιναν οἱ μέρες, ἔπαιρναν τά καλντερίμια κι ἀνέβαιναν στό μεγάλο χωριό, τόν Ἅϊ – Γιώργη Νηλείας καί ξεκαλοκαίριαζαν.

            Ἐπειδή, ὅπως εἶπα, μεταξύ τῶν τριῶν αὐτῶν χωριῶν ὑπάρχει ἕνα πλέγμα καλντεριμιῶν καί μονοπατιῶν, γιά περισσότερη εὐκολία θά χωρίσω τίς διαδρομές σέ τρεῖς :

α) Κάτω Γατζέα – Ἅγιος Γεώργιος Νηλείας,

β) Κάτω Γατζέα –  Ἄνω Γατζέα καί γ) Ἄνω Γατζέα – Ἅγιος Γεώργιος Νηλείας.

            α) Ἀπό τήν Κάτω Γατζέα, ἐκεῖ πού τελειώνει πρός ἀνατολάς ἡ εὐθεία τοῦ κύριου ἀσφάλτου καί ἀρχίζει καί παίρνει μιά ὁμαλή στροφή πρός τά δεξιά, ξεκινάει ἀπό τήν ἀριστερή μεριά τοῦ ἀσφάλτου ἀγροτικός δρόμος τώρα, πού πρώτα ὅμως ἦταν καλντερίμια καί , μέ λοξή πορεία βορειοδυτική, περνάει ἀνάμεσα ἀπό τά ἐλαιοπερίβολα. Στό ξεκίνημα αὐτοῦ τοῦ δρόμου ὑπάρχουν δεξιά καί ἀριστερά κανά δυό σπίτια.

Στήν συνέχεια ὅμως ὑπάρχουν δύο πεζοῦλες με ξερολιθιά κυρίως. Ὁ δρόμος σιγά – σιγά γίνεται φαρδύ μονοπάτι, καί σέ λίγο συναντᾶμε μονοπάτι πού ἔρχεται ἀπό ἀριστερά καί συνεχίζει ν’ ἀνηφορίζει ἐλαφρά πρός τή δεξιά μας μεριά. Αὐτό ἦταν παλιό καλντερίμι ἤ μονοπάτι πού πήγαινε ἀπό τήν Κάτω Γατζέα στήν Ἄνω Γατζέα. Τώρα πλέον ἔχει ἀχρηστευθεῖ καί τό ἔχουν πάρει τά κτήματα πιό πάνω. Συνεχίζοντας στό φαρδύ μονοπάτι πού ἀκολουθοῦμε, λίγα μέτρα πιό πέρα συναντᾶμε ἀγροτικό δρόμο πού ἔρχεται ἀπό ἀριστερά μας, διασταυρώνεται μέ τό μονοπάτι πού βαδίζουμε, καί συνεχίζει πρός τά δεξιά πηγαίνοντας γιά τό νεκροταφεῖο.

            Συνεχίζουμε στό ἴδιο μονοπάτι μέ τίς πεζοῦλες δεξιά καί ἀριστερά, καί μετά ἀπό λίγα μέτρα διασταυρωνόμαστε πάλι μέ ἄλλο μονοπάτι, τό ὁποῖο πηγαίνει ἀπό τήν Κάτω Γατζέα στήν  Ἄνω Γατζέα, καί βαδίζει γιά ἕνα μικρό διάστημα ἀνάμεσα ἀπό δύο πεζοῦλες ξερολιθιᾶς. Τώρα ὅμως εἶναι σχεδόν κλεισμένο μέ ἀλιγαριές.

            Συνεχίζοντας τήν πορεία μας περνᾶμε συνέχεια ἀνάμεσα ἀπό  ἐλαιοπερίβολα. Ἀριστερά μας συναντᾶμε κανά δυό σπίτια, καί συνεχίζοντας, λίγα μέτρα μετά, τό μονοπάτι σταματάει ἀπότομα σ’ ἕνα ρέμα τό ὁποῖο κατεβαίνει. Καί οἱ δύο ὄχθες τοῦ ρέματος εἶναι ἀπότομες καί δέν ὑπάρχουν ὑπολλείματα γεφυριοῦ. Θά πρέπει ὅμως νά ὑπῆρχε παλαιότερα  κάποιο γεφύρι. Ἀκολουθοῦμε τήν ὄχθη βαδίζοντας λίγα μέτρα πρός τά πάνω, βρίσκουμε κάποιο πέρασμα καί περνᾶμε στήν ἀπέναντι ὄχθη. Ἀπό τήν ἄλλη ὄχθη βρίσκουμε τή συνέχεια τοῦ μονοπατιοῦ πού πορεύεται πάλι ἀνάμεσα σέ δύο πεζοῦλες καί, ἀμέσως μετά ἀπό λίγα μέτρα, κόβεται τό μονοπάτι ἀπό τόν ἄσφαλτο πού ἀνεβαίνει γιά τήν Ἄνω Γατζέα.

 

Διασχίζουμε τόν ἄσφαλτο καί ἀνεβαίνουμε τόν ὄχθο τοῦ δρόμου στήν ἀπέναντι μεριά, ὅπου ἀκολουθοῦμε πλέον μισοχαλασμένο καλντερίμι, πάλι ἀνάμεσα ἀπό δύο πεζοῦλες. Ἀνηφορίζοντας ἀπό ἐδῶ καί ἐπάνω ἀνάμεσα στίς ἐλιές , βαδίζουμε σέ καλό καλντερίμι καί συναντᾶμε κάπου – κάπου καί ἀπό κανένα σπίτι. Μετά ἀπό πέντε λεπτά περίπου ἀπό τότε πού περάσαμε τόν ἄσφαλτο, τό καλντερίμι χωρίζεται σέ δύο. Ἕνα φεύγει πρός δεξιά σέ ὁριζόντια πορεία, καί ἕνα φεύγει πρός τά ἀριστερά συνεχίζοντας ν’ ἀναφορίζει. Αὐτό τό δεύτερο ἀκολουθοῦμε, τό ὁποῖο περνάει ἀμέσως μετά ἀνάμεσα ἀπό κανά δυό σπίτια καί μετά, ἀκολουθῶντας γιά λίγα μέτρα εὐθεία πορεία, φτάνουμε στίς γραμμές τοῦ τραίνου. Διασχίζουμε τίς γραμμές λίγο λοξά πρός τά δεξιά, ὅπου ἀμέσως βρίσκουμε τό καλντερίμι καί τό ἀκολουθοῦμε. Ἐδῶ τό καλντερίμι εἶναι ἀκόμη καλό, καθαρό καί φαρδύ. Λίγο πιό πάνω ὅμως μπαίνει σέ ἀγροτικό δρόμο τόν ὁποῖο καί ἀκολουθοῦμε ἀνηφορίζοντας. Ἀπό ἐδῶ καί πάνω, γιά μιά ἀπόσταση διακοσίων μέτρων περίπου, τό καλντερίμι τό ἔχει πάρει ὁ δρόμος, ὁ ὁποῖος βαδίζει ἀκριβῶς πάνω στό καλντερίμι.

            Ἀκολουθῶντας λοιπόν αὐτό τόν ἀγροτικό δρόμο, περνᾶμε ἀμέσως ἀνάμεσα σέ μερικά σπίτια κάνοντας ἕνα σίγμα, καί συνέχεια ἀκολουθεῖ εὐθεία πορεία σχεδόν βόρεια. Λίγο πιό πάνω ἀνηφορίζει καλντερίμι ἀπό τή δεξιά μεριά τοῦ δρόμου, καί μπαίνει μέσα στό δρόμο πού βαδίζουμε. Αὐτό  τό καλντερίμι ἔρχεται ἀπό τήν Ἄνω Γατζέα. Συνεχίζουμε στόν ἀγροτικό δρόμο καί, λίγο πιό πάνω, φεύγει πρός τ’ ἀριστερά ἀγροτικό δρόμος καί ἀνηφορίζει λιγάκι. Ἐμεῖς συνεχίζουμε εὐθεία καί, λίγα μέτρα πιό πάνω, βρίσκουμε τό καλντερίμι πού φεύγει λίγο λοξά ἀπό τήν ἀριστερή μεριά τοῦ δρόμου πού βαδίζουμε. Ἀφήνουμε τό δρόμο καί ἀκολουθοῦμε τό καλντερίμι τό ὁποῖο εἶναι φαρδύ, καθαρό καί ἀνηφορίζει ὁμαλά στήν πλαγιά. Λίγα μέτρα πιό πάνω κάνει ἕνα μικρό ζίκ-ζάκ, γίνεται μονοπάτι καί ἀμέσως μπαίνει σέ  ἀγροτικό δρόμο, ἀκριβῶς πάνω σέ μία στροφή του. Ἀκολουθοῦμε γιά λίγα μέτρα τό δρόμο μέ κατεύθυνση βόρεια, καί ἀμέσως βρίσκουμε τό μονοπάτι πού φεύγει ἀπό τήν ἀριστερή μεριά τοῦ δρόμου. Τό ἀκολουθοῦμε καί ἀνηφορίζουμε ὁμαλά σέ μονοπάτι τό ὁποῖο βαδίζει ἀνάμεσα ἀπό λαδανιές. Εἶναι εὐδιάκριτο καί καθαρό μονοπάτι. Στήν ἀριστερή μας μεριά καθώς ἀνεβαίνουμε, ὑπάρχουν πλάϊ μας πουρνάρια. Μέσα σ’ αὐτά τά πουρνάρια ὑπάρχει τό καλντερίμι πού εἶναι σέ καλή κατάσταση, ἀλλά εἶναι κλεισμένο. Λίγο πιό πάνω ὅμως βγαίνει ἀπό τά πουρνάρια καί τό ἀκολουθοῦμε.

            Σέ λίγο συναντᾶμε φαρδύ ἀγροτικό δρόμο πού εἶναι στρωμένος μέ 3Α. Τόν διασχίζουμε ἐγκαρσίως καί συνεχίζουμε στό καλντερίμι πού τό βρίσκουμε στήν ἐπάνω μεριά τοῦ δρόμου. Καί στή συνέχεια ἕνα ζίκ-ζάκ καί μετά κλείνεται ἀπό σπαρτά, λαδανιές καί πουρνάρια. Στή συνέχεια κλείνει καί δέν μποροῦμε νά τόν βαδίσουμε. Ἀκολουθοῦμε μονοπάτι πού βαδίζει δεξιότερα πλάϊ στό καλντερίμι. Συναντᾶμε πάλι ἀγροτικό δρόμο τόν ὁποῖο διασχίζουμε δεξιότερα, πλάϊ στό καλντερίμι. Συναντᾶμε πάλι ἀγροτικό δρόμο τόν ὁποῖο διασχίζουμε πολύ λοξά πρός τ’ ἀριστερά καί, μετά ἀπό πενήντα μέτρα περίπου, ξαναβρίσκουμε τό καλντερίμι στήν ἐπάνω μεριά τοῦ δρόμου, τό ὁποῖο καί ἀκολουθοῦμε. Ἀνηφορίζοντας ὅμως στενεύει συνεχῶς ἀπό σπαρτά καί πουρνάρια καί κοντεύει νά κλείσει. Περνᾶμε ἀνάμεσά τους μέ κάποια δυσκολία, βαδίζοντας συνέχεια στό καλντερίμι. Γιά δέκα μέτρα ὅμως, πρίν βγοῦμε στόν ἀγροτικό πού περνάει πιό πάνω, χάνεται. Βγαίνουμε στόν ἀγροτικό δρόμο, τόν διασχίζουμε ἐγκαρσίως, καί κατευθυνόμαστε πρός τόν στενό ἀγροτικό δρόμο πού ξεκινάει ἀπό τήν ἀπέναντι μεριά του. Ἐδῶ τό καλντερίμι χάνεται γιά πενήντα μέτρα περίπου.

Ἀκολουθοῦμε λοιπόν γιά λίγα μέτρα αὐτόν τόν στενό ἀγροτικό δρόμο καί ἀμέσως φεύγουμε ἀπό τή δεξιά του μεριά ἀκολουθῶντας μονοπάτι, τό ὁποῖο ἀμέσως μετά μᾶς βγάζει στόν ἀγροτικό δρόμο πού περνάει πιό πάνω.

Ἐδῶ ὁ ἀγροτικός δρόμος κάνει μιά ἀπότομη δεξιά στροφή καί, πάνω στή στροφή αὐτή, φεύγει ἄλλος ἀγροτικός πρός τ’ ἀριστερά καί πάει στόν σκουπιδότοπο. Ἐμεῖς βαδίζουμε πάνω στή στροφή τοῦ ἀγροτικοῦ δρόμου, περνᾶμε τό δρόμο πού πάει γιά τό σκουπιδότοπο καί, ἀμέσως μετά, βγαίνουμε ἀριστερά ἀπό τό δρόμο, καί πιό πάνω στό ὄχθο βρίσκουμε τό καλντερίμι τό ὁποῖο ἀνηφορίζει σέ καλή κατάσταση. Στήν ἀρχή ἀκολουθεῖ εὐθεία πορεία, μετά κάνει ζίκ-ζάκ καί ἀκολουθεῖ πάλι εὐθεία πορεία. Ἐδῶ εἶναι σέ πολλή καλή κατάσταση τό καλντερίμι. Λίγο πιό πάνω κάνει πάλι ἕνα ζίκ-ζάκ μικρό, καί στή συνέχεια ἀνηφορίζει ὁμαλά πάλι, βαδίζοντας πάλι ἀπό μία πεζούλα μέ ξερολιθιά πού εἶναι στή δεξιά του μεριά.

            Στή συνέχεια κλείνεται ἀπό πέτρες καί χώματα πού ἔριξαν ἀπό τή διάνοιξη τοῦ δρόμου πού περνάει ἀπό τή δεξιά μας μεριά, καί κλείνει γιά εἴκοσι μέτρα περίπου. Ἀφήνουμε λοιπόν τό καλντερίμι σέ τοῦτο τό σημεῖο καί ἀνηφορίζουμε ἀπότομα στό δεξιό ὄχθο. Βγαίνουμε ἀμέσως στόν ἄσφαλτο καί τόν ἀκολουθοῦμε γιά λίγα μέτρα. Στήν ἀριστερή στροφή πού βλέπουμε ἀμέσως μπροστά μας, φεύγουμε δεξιά ἀπό τόν ἄσφαλτο, καί ἀμέσως βρίσκουμε τό καλντερίμι τό ὁποῖο ξεκινάει ἀπό τήν ἔξω μεριά τῆς στροφῆς. Ἀνηφορίζει ἐδῶ ἐλαφρά κάνοντας μιά στροφή πρός τ’ ἀριστερά. Εἶναι φαρδύ καί σέ πολλή καλή κατάσταση. Ἐδῶ ἀνηφορίζει τό καλντερίμι ἀνάμεσα ἀπό θαμνώδη βλάστηση μέ πουρνάρια κυρίως. Λίγα μέτρα πιό πάνω κάνει ἕνα ἀνοιχτό ζίκ – ζάκ καί συνεχίζει μέ ὁμαλή ἐλαφρῶς ἀνηφορική πορεία. Βγαίνοντας πλέον στή ράχη πού ὑπάρχει μπροστά μας, βλέπουμε δεξιά μας, πιό ψηλά, τό δασάκι μέ τά πεῦκα καί τά κυπαρίσσια τοῦ Ἁϊ – Γιώργη Νηλείας, καθώς καί τά πρῶτα σπίτια του πού εἶναι στήν πλευρά ἐτούτη.

            Συνεχίζοντας τήν πορεία μας στό καλντερίμι, πλησιάζουμε στά πρῶτα σπίτια τοῦ χωριοῦ. Ἐδῶ συναντᾶμε τόν ἄσφαλτο πού ἀνηφορίζει ἀπό τήν ἀριστερή μεριά καί φεύγει πρός τά δεξιά. Τόν διασχίζουμε ἐγκαρσίως καί ἀκολουθοῦμε τόν ἀγροτικό δρόμο πού ἀνηφορίζει κατ’ εὐθείαν μπροστά μας. Μετά ἀπό λίγα λεπτά βγαίνουμε στόν κύριο ἄσφαλτο τόν ὁποῖο ἀκολουθοῦμε μέχρι τήν πλατεία τοῦ χωριοῦ.

            β) Ἡ Κάτω Γατζέα μέ τήν Ἄνω Γατζέα συνδέονταν μέ ἀρκετά μονοπάτια καί καλντερίμια. Ἕνα ξεκινοῦσε ἀπό τήν ἀνατολική μεριά τῆς Κάτω Γατζέας, ἀκριβῶς ἀπέναντι ἀπό τό ἐλαιοτριβεῖο πού ὑπάρχει σήμερα ἀπό τήν κάτω μεριά τοῦ κύριου ἄσφαλτου. Βάδιζε ἀνάμεσα στά ἐλαιοπερίβολα κοντά στίς παρυφές τῶν λόφων, συνέχιζε πρός τό νεκροταφεῖο, περνοῦσε κατόπιν πάνω ἀπό τό νεκροταφεῖο καί τό γήπεδο πού ὑπάρχει σήμερα, καί στή συνέχεια ἀνηφόριζε σιγά – σιγά ἀνάμεσα ἀπό τά σπίτια τῆς Ἄνω Γατζέας καί ἔφτανε στή πλατεία, στήν κάτω μεριά τῆς ἐκκλησίας τῆς Εὐαγγελίστριας.

            Σήμερα αὐτή ἡ διαδρομή εἶναι ἀγροτικός δρόμος καί, μόνον φτάνοντας στά πρῶτα σπίτια τῆς Ἄνω Γατζέας, διατηρεῖται ὡραῖο φαρδύ καλντερίμι σέ ἄριστη κατάσταση. Αὐτό τό καλντερίμι συνεχίζει καί φτάνει στή πλατεία.

            Μιά δεύτερη διαδρομή ἀνάμεσα στά δυό χωριά γινόταν ἀπό τό καλντερίμι  ἤ μονοπάτι, τό ὁποῖο ἔφευγε ἀπό τόν κύριο ἄσφαλτο, ἀνατολικότερα ἀπό τό περίπτερο πού εἶναι σήμερα ἐκεῖ. Ἀνηφόριζε ἀνάμεσα ἀπό τά ἐλαιοπερίβολα, περνοῦσε κοντά ἀπό τό νεκροταφεῖο, καί στή συνέχεια ἐνωνόταν μέ τό προηγούμενο πού περιέγραψα καί ἔφτανε στή πλατεία τῆς Ἄνω Γατζέας.

            Σήμερα αὐτή ἡ διαδρομή διατηρεῖται σάν μονοπάτι, τό ὁποῖο βαδίζει ἀνάμεσα ἀπό πεζοῦλες ξερολιθιᾶς, περνάει ἀνάμεσα ἀπό τά σπίτια τῆς Κάτω Γατζέας, καί στή συνέχεια χάνεται ἀνάμεσα στά ἐλαιοπερίβολα.

            γ) Ἀπό τήν Ἄνω Γατζέα  καί τόν Ἁϊ – Γιώργη Νηλείας ξεκινοῦσαν τρία καλντερίμια. Τό ἕνα τό χαμηλότερο, ὑπάρχει καί σήμερα ἀκόμη. Ξεκινάει ἀπό τήν πλατεία, κατηφορίζει πρός τό μικρό ρέμα πού περνάει δεξιότερα καί, μετά ἀπό λίγα μέτρα, φτάνει στό πέτρινο τοξωτό γεφύρι πού ὑπάρχει στό ρέμα. Περνάει πάνω ἀπό τό γεφύρι, καί ἀμέσως χωρίζεται σέ ἕνα καλντερίμι πού κατηφορίζει πρός τά ἐμπρός καί ἀριστερά, καί ἕνα ἄλλο, πού σήμερα δέν ὑπάρχει γιά εἴκοσι μέτρα περίπου, τό ὁποῖο ἀκολουθοῦσε τήν ὄχθη τοῦ ρέματος πρός τά δεξιά. Ἡ συνέχεια αὐτοῦ τοῦ καλντεριμιοῦ ὑπάρχει σήμερα, εἴκοσι μέτρα πιό πάνω ἀπό τό γεφύρι, πάνω στήν ὄχθη τοῦ ρέματος, καί τό ὁποῖο ἀνηφορίζει λίγο καί βγαίνει στόν ἄσφαλτο. Διασχίζουμε λίγο λοξά τόν ἄσφαλτο πρός τ’ ἀριστερά, καί ἐκεῖ πού ξεκινάει ἕνας ἀγροτικός δρόμος ἀπό τήν ἐπάνω μεριά τοῦ ἀσφάλτου, βρίσκουμε καί τό καλντερίμι πλάϊ του, τό ὁποῖο ἀνηφορίζει κάπως ψηλότερα ἀπ’ αὐτόν τόν ἀγροτικό. Ἀνηφορίζοντας ὁμαλά ἀνάμεσα στά ἐλαιοπερίβολα, φτάνει σέ σημεῖο μετά ἀπό πέντε λεπτά πού συναντάει τό ἄλλο καλντερίμι τό ὁποῖο περιέγραψα, καί τό ὁποῖο πηγαίνει ἀπό τήν Κάτω Γατζέα στόν Ἁϊ-Γιώργη Νηλείας. Ἀπό τοῦτο τό σημεῖο καί μετά μπαίνει μέσα στό καλντερίμι αὐτό καί πηγαίνει γιά τόν Ἁϊ-Γιώργη ὅπως ἀκριβῶς περιέγραψα πιό πρίν.

            Μιά ἄλλη τώρα διαδρομή ἀπό τήν Ἄνω Γατζέα γιά τόν Ἁϊ-Γιώργη, εἶναι αὐτή πού ξεκινάει ἀπό τόν ἄσφαλτο πού περνάει μπροστά ἀπό τό καφενεῖο τῆς πλατείας τῆς Ἄνω Γατζέας, ἀνηφορίζει σάν τσιμενταρισμένο καλντερίμι στήν ἀρχή, ἀριστερότερα ἀπό τήν πλατεία, ἀφήνει ἀπό τήν δεξιά μεριά τήν ἐκκλησία τῆς Εὐαγγελίστριας, καί κατόπιν γίνεται καθαρό καλντερίμι καί ἀνηφορίζει ἀνάμεσα ἀπό τά σπίτια. Ἀκολουθῶντας λοιπόν αὐτό τό καλντερίμι, ἀνηφορίζουμε κάπως ἀπότομα μέ λίγα ζίκ – ζάκ, καί ἀμέσως μετά χωρίζεται τό καλντερίμι σέ ἕνα μονοπάτι πού φεύγει πρός τά ἐμπρός καί κατευθύνεται πρός τό βάθος τῆς ρεματιᾶς, καί σέ ἕνα ἄλλο καλντερίμι πού ἀνηφορίζει πρός τά δεξιά ἀνάμεσα ἀπό σπίτια καί βγαίνει στό σιδηροδρομικό σταθμό.

            Ἀκολουθῶντας τώρα τή σιδηροδρομική γραμμή πρός τ’  ἀριστερά φτάνουμε ἀμέσως στήν ὡραία πέτρινη γέφυρα πού περνάει ἀπό πάνω της ἡ σιδηροδρομική γραμμή. Εἶναι πράγματι ἕνα ἔργο τέχνης ἐτούτη ἡ γέφυρα. Χτισμένη μέ καλοδουλεμένη κοκκινωπή πέτρα καί, ἀφήνοντας δύο τοξωτά ἀνοίγματα, στερεώνεται σάν γίγαντας, πατῶντας στίς δύο ὄχθες τοῦ ρέματος.

            Ἀπό τό ἕνα ἄνοιγμα τῆς γέφυρας περνάει τό ρέμα, καί ἀπό τό ἄλλο, τό μικρότερο, περνάει καλντερίμι καλό, τό ὁποῖο εἶναι ἡ συνέχεια τοῦ μονοπατιοῦ πού ἀνέφερα λίγο πιό πρίν ὅτι φεύγει καί κατευθύνεται πρός τό βάθος τῆς ρεματιᾶς. Αὐτό λοιπόν τό καλντερίμι, ἀφοῦ περάσει κάτω ἀπό τή γέφυρα, ἑνώνεται μετά ἀπό εἴκοσι μέτρα μέ τό ἄλλο καλντερίμι πού κατηφορίζει ἀπό τίς γραμμές καί πηγαίνει κι αὐτό πρός τό βάθος τῆς ρεματιᾶς. Εἶναι καί αὐτό ὡραῖο, καθαρό καί κατάλευκο καλντερίμι. Ἀφοῦ λοιπόν ἑνωθοῦν σέ ἕνα καλντερίμι καί τά δύο, ἀμέσως μετά φτάνει στό βάθος τοῦ ρέματος, περνάει χωρίς γεφύρι στήν ἄλλη πλαγιά, καί ἀρχίζει σιγά-σιγά ν’ ἀνηφορίζει ὁμαλά στήν πλαγιά. Πολύ ὡραῖο πράγματι ἐτοῦτο τό σύμπλεγμα μέ τά καλντερίμια, τή γέφυρα καί τό ρέμα. Ἰσως μιά τέτοια εἰκόνα νά μήν τήν ξαναδοῦμε ἀλλοῦ.

            Συνεχίζουμε λοιπόν ν’ ἀνηφορίζουμε ὁμαλά ἀκολουθῶντας τό ὡραῖο καλντερίμι. Λίγο πιό πάνω χαλάει σέ τρία σημεῖα τό καλντερίμι, ἀλλά γιά λίγα μέτρα ὅμως. Καί τελικά, ἀφοῦ περνάει ἀνάμεσα ἀπό ἐλαιόδενδρα, βγαίνει στόν ἀγροτικό δρόμο, ὁ ὁποῖος ἦταν τό παλιό καλντερίμι πού πήγαινε ἀπό τήν Κάτω Γατζέα στόν Ἁϊ-Γιώργη. Ἀκολουθοῦμε λοιπόν τόν ἀγροτικό δρόμο αὐτόν μέ κατεύθυνση βόρεια (πρός τά δεξιά), καί μετά ἀπό λίγα λεπτά βρίσκουμε στήν ἀριστερή μερία τοῦ δρόμου αὐτοῦ τό καλντερίμι πού φεύγει λοξά πρός τ’ ἀριστερά. Ὅπως ἀνέφερα στή διαδρομή Κάτω Γατζέας – Ἁϊ – Γιώργης Νηλείας, αὐτός ὁ ἀγροτικός δρόμος ἀκολουθεῖ τήν ἴδια πορεία πού ἀκολουθοῦσε πιό πρίν τό καλντερίμι. Ἀπό ἐδῶ καί πάνω ἡ διαδρομή ἔχει περιγραφεῖ  ἤδη στό (α) αὐτῶν τῶν διαδρομῶν, Κάτω Γατζέα – Ἁϊ – Γιώργης Νηλείας.

            Ἡ τρίτη ψηλότερη διαδρομή ἀπό Ἄνω Γατζέα γιά Ἁϊ – Γιώργη Νηλείας, εἶναι αὐτή πού ξεκινάει ἀπό τό σταθμό τοῦ τραίνου καί ἀνηφορίζει σάν τσιμενταρισμένος στενός ἀγροτικός δρόμος ἀνάμεσα ἀπό σπίτια. Τό παίρνει ὅμως ἀγροτικός δρόμος πού περνάει στήν ἐπάνω μεριά ἀπό τά σπίτια καί κατευθύνεται πρός τό βάθος τῆς ρεματιᾶς. Φτάνοντας στό ρέμα διακρίνεται λίγο καλντερίμι ἀριστερά ἀπό τό δρόμο αὐτό. Περνάει μέσα ἀπό τό ρέμα, δέκα μέτρα περίπου, γιατί ἔχει καταπλακωθεῖ ἀπό χώματα πού ἔχουν ρίξει ἐδῶ ἀπό τή διάνοιξη τοῦ δρόμου. Ἀπό ἐδῶ καί μετά ἀκολουθοῦμε καί πάλι τόν ἀγροτικό δρόμο, ὁ ὁποῖος, μετά ἀπό ἑκατόν πενήντα μέτρα περίπου, φτάνει σέ σημεῖο πού ἑνώνεται μέ ἄλλον ἀγροτικό δρόμο. Στό σημεῖο αὐτό φεύγει τό καλντερίμι λοξά, ἀριστερά ἀπό τό δρόμο πού συναντᾶμε, καί ἀνηφορίζει γιά τόν Ἁϊ-Γιώργη ὅπως ἔχω περιγράψει καί πιό πρίν στή διαδρομή Κάτω Γατζέα – Ἁϊ – Γιώργης Νηλείας.

Τό τραινάκι τοῦ Πηλίου

trenaki10_2

 Ἡ Θεμελίωση καί ἀνάπτυξη τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου τῆς Ἑλλάδας ἦταν  ἀποτέλεσμα τῆς προσπάθειας τοῦ Χαριλάου Τρικούπη γιά τήν ἐξαστικοποίηση τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καί τήν ἀνάπτυξη τῆς χώρας (1880).

         Οἱ σιδηρόδρομοι τῆς Θεσσαλίας ἱδρύθηκαν τά πρῶτα χρόνια τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς περιοχῆς ἀπό τούς Τούρκους καί ἦταν ἡ πρώτη μεγάλη ἀναπτυξιακή ἐπένδυση πού ἔγινε στόν τόπο. Ἡ λειτουργία τους ἔδωσε τήν δυνατότητα σέ ὁλόκληρο τό Θεσσαλικό χῶρο νά ἀναπτυχθεῖ καί νά ἐπικοινωνεῖ μέ τό ἐπιλιμένιο κέντρο τοῦ Βόλου καί νά διακινεῖ μέ ἄνεση τά προϊόντά του. Ἡ ἐπικοινωνία αὐτή ὁδήγησε καί στήν ἐγκατάσταση τῶν πρώτων βιομηχανιῶν στόν Βόλο.

            Ἡ γραμμή Πηλίου τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, ἔπαιξε πρωταρχικό ρόλο στήν ἀνάπτυξη τῆς περιοχῆς γιατί ἦταν τό μοναδικό τότε μηχανοκίνητο μέσο μεταφορᾶς ἀνθρώπων καί προϊόντων. Μείωσε τό κόστος παραγωγῆς καί ἔκανε τά προϊόντα συναγωνίσιμα στήν ἀγορά τῆς χώρας. Τό 1889 ἡ Ἑταιρεία ἀποφάσισε νά προχωρήσει στήν κατασκευή τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς πού θά συνέδεε τό Βόλο μέ τά Λεχώνια μήκους 13 χιλιομέτρων καί πλάτους 0,60 μ. Τήν εὐθύνη ἀνέλαβε ὁ Ἰταλός μηχανικός Ἐβαρίστο Ντε Κίρκο. Τό 1894  τό ἔργο αὐτό τελειώνει καί τό πρῶτο τραῖνο φτάνει ἀπό τό Βόλο στά Ἄνω Λεχώνια. Παρ’ ὅλο πού ἡ ἐκμετάλλευση ἦταν ζημιογόνος, ἡ Ἑταιρεία ἀπεφάσισε τήν ἐπέκταση τῆς γραμμῆς ἀπό τά Λεχώνια μέχρι τίς Μηλιές, σέ μῆκος πού φτάνει 15 χιλιόμετρα μέ προοπτική μελλοντικῆς ἐπέκτασης ἕως καί τήν Τσαγκαράδα.

            Σημαντικό ρόλο στή λήψη αὐτῆς τῆς ἀπόφασης ἔπαιξε ὁ τότε δήμαρχος Μηλεῶν Ἀργύρης Φιλιππίδης, ὁ ὁποῖος εἶχε διατελέσει βουλευτής Μαγνησίας, ἀξιώνοντας ἀπό τήν κυβέρνηση νά διαθέσει τά σχετικά κεφάλαια.

            Ἡ νέα αὐτή φάση τῆς κατασκευῆς τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς ἦταν πολύ δύσκολη καί πολυδάπανη ἐξ αἰτίας τῶν πολυάριθμων γεφυρώσεων, τοίχων ἀντιστήριξης καί ἄλλων τεχνικῶν ἔργων πού ἀπαιτοῦνταν, ἔργα πού ὡστόσο ἔγιναν καί θαυμάζονται μέχρι σήμερα γιά τή στερεότητα καί τήν τελειότητα τῆς κατασκευῆς τους. Τά γεφύρια καί οἱ σήραγγες εἶναι λιθόχτιστα μέ πελεκητή μαρμαρόπετρα ἐνῶ ἡ μεγάλη σιδερένια γέφυρα ἔξω ἀπό τό Σταθμό Μηλεῶν ἀποτελεῖ ἀριστούργημα τεχνικῆς κατασκευῆς. Οἱ ἁμαστοστοιχίες τῆς ἴδιας γραμμῆς ἦταν μικτές. Διέθεταν ἐπιβατηγά  καί φορτηγά βαγόνια. Τό τροχαῖο ὑλικό ἀποτελοῦνταν ἀπό 5 ἀτμομηχανές βελγικῆς κατασκευῆς («Πήλιο», «Ἰάσων», «Μηλιές», «Τσαγκαράδα» καί «Μαίρη»), 14 ἐπιβατικές ἅμαξες καί 12 φορτηγά βαγόνια.

            Τό τραινάκι ἔφτασε γιά πρώτη φορά στίς Μηλιές στίς 2 Ἰουλίου 1903 καί ὅλοι οἱ κάτοικοι τῶν ἐνδιαμέσων σταθμῶν (Ἄνω Γατζέας, Ἁγίας Τριάδας, Ὀγλά καί Ἀργυρείκων) γιόρτασαν τό παρθενικό αὐτό πέρασμα του, ἐνῶ οἱ Μηλιωτές τίμησαν τόν πρωτοερχομό του στό στάδιο τοῦ χωριοῦ τους, ντυμένοι στά γιορτινά τους.

            Ἡ παρουσία τοῦ τραίνου στή ζωή ὅλων αὐτῶν τῶν οἰκισμῶν ἔφερε τήν τεράστια ἀλλαγή στή ζωή τῶν κατοίκων τους  καί ἰδιαίτερα σ’ ἐκείνη τῶν Μηλιωτῶν, ἀφοῦ ἔκτοτε τό χωριό τους ἔγινε τό ἐμπορικό κέντρο τῆς περιοχῆς.

        Ὁ σιδηροδρομικός σταθμός Μηλεῶν πλημμύριζε κάθε μέρα ἀπό ἐμπόρους  καί ταξιδιῶτες πού ἔφταναν μέ τά ζῶα τους ἀπό τά γύρω χωριά γιά νά συνεχίσουν τό ταξίδι τους ἕως τό Βόλο μέ τό τραῖνο. Τριακόσια ὑποζύγια ζῶα πηγαινοέρχονταν στά καλντερίμια  τοῦ χωριοῦ, φορτωμένα ἐμπορεύματα, πού προοριζόταν γιά τήν πόλη καί τά ἐνδιάμεσα χωριά. Δίπλα στό Σταθμό χτίστηκαν τότε δύο ξενῶνες, ἕνα χάνι κι ἕνας ἀλευρόμυλος πού λειτουργοῦσαν ἀσταμάτητα.

Ἄνοιξαν ἐπίσης καινούργια μαγαζιά μέ προϊόντα ἀπό τό Βόλο καί τήν Ἀθήνα καί γενικά οἱ Μηλιές γνώρισαν περίοδο εὐημερίας.

        Τό τραῖνο πηγαινοερχόταν γεμάτο πάντα ἐπιβάτες, ἀνάμεσα στούς ὁποίους ἄλλοι τίς Κυριακές ἀνέβαιναν στίς Μηλιές ἀλλά καί στά ἐνδιάμεσα χωριά ἀμέτρητοι ἐπισκέπτες καί τά καλοκαίρια πολλοί παραθεριστές.

            Ἡ εὔκολη ἐπικοινωνία μέ τήν πόλη ἐπηρέασε ἀποφασιστικά τή ζωή τῶν Μηλεῶν ἀλλά καί τῶν ἐνδιαμέσων καί γύρω χωριῶν. Τό ἴδιο δέ τό τραῖνο συνέβαλε ὄχι μόνο στήν οἰκονομική ἀνάπτυξη τῆς περιοχῆς, βοήθησε μέ τόν τρόπο του σέ κρίσιμες ὧρες τῆς νεότερης τοπικῆς μας ἱστορίας καί ἰδιαίτερα στά δίσεκτα χρόνια τῆς γερμανοϊταλικῆς κατοχῆς, ὅταν μέ τά προϊόντα πού μετέφερε ἀπό τό Πήλιο στό Βόλο ἔσωσε κόσμο καί κοσμάκι ἀπό τή λιμοκτονία τό πληθυσμό τῆς πόλης.

            Ὡστόσο, μέ τό ἄνοιγμα καί τήν ἐπέκταση τῶν αὐτοκινητοδρόμων τοῦ Πηλίου ἄρχισε ἡ ἀντίστροφη μέτρηση γιά τή ζωή τοῦ τραίνου τοῦ Πηλίου.

Καί στίς 19 Ἰουλίου τοῦ 1971, οἱ τότε παράγοντες τοῦ Βόλου ἀποφάσισαν τήν κατάργησή του, μέ τήν διαφωνία τοῦ τότε νομάρχη Μαγνησίας καί τοῦ ἐκπροσώπου τοῦ Ο.Σ.Ε.

            Καί ἡ ἀπόφαση αὐτή ἐκτελέστηκε ἀπό τήν ἐπαύριο κιόλας, παρά τίς πολλές καί ἔντονες διαμαρτυρίες τῶν κατοίκων τῶν χωριῶν πού εἶχαν δεθεῖ μέ τόν «Μουτζούρη» τους.

            Στά χρόνια πού ἀκολούθησαν ἱδρύθηκε ἀπό νοσταλγούς τοῦ τραίνου ὁ Σύλλογος τῶν Φίλων του, πού ἀνέλαβε τήν προσπάθεια γιά τήν ἐπαναλειτουργία του. Κάτι πού πραγματοποιήθηκε τελικά τό 1996, ἀφοῦ στό μεταξύ εὐαισθητοποιήθηκαν παράγοντες τῆς Πολιτείας καί μέ τήν συνδρομή τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἕνωσης ἐπισκευάστηκε τό τροχαῖο ὑλικό καί οἱ σιδηροτροχιές στό τμῆμα τῆς γραμμῆς ἀπό Ἄνω Λεχώνια μέχρι τίς Μηλιές. Ἀργότερα  ἀνέλαβε καί ὁ εἰδικός φορέας τή διαχείριση τοῦ τραίνου, ἐνῶ στό μεταξύ ἀντικαταστάθηκαν οἱ ἐν λειτουργία δύο παλιές ἀτμομηχανές του μέ ἰσάριθμες ντιζελομηχανές.

            Ὡστόσο καί τά τακτικά αὐτά στήν ἀρχή, καί μόνο Σαββατοκύριακα δρομολόγια πού κουβαλοῦσε πιά ἀποκλειστικά σχεδόν καί μόνο ντόπιους καί ξένους ἐπισκέπτες καί τουρίστες δέν κράτησαν πολύ. Καί σήμερα ἀραιά καί πού τό τραινάκι κάνει τήν ἐμφάνισή του στά χωριά μας, καθώς ἡ λειτουργία του παραεῖναι ὅπως λένε ἀσύμφορη. Ὅλα δείχνουν πώς τά πράγματα δέν πᾶνε καλά καί πάλι μέ τό τραινάκι τοῦ Πηλίου πού γιορτάζει φέτος τά 100χρονά του, ξανά ἀκινητοποιημένο καί ἀγνοημένο.

            Εἶναι λοιπόν, χρέος ὅλων μας, τοῦ Δήμου Μηλεῶν, τῶν πολιτιστικῶν φορέων τῆς περιοχῆς, τῶν ἐπαγγελματιῶν ἀλλά καί τῶν ἁπλῶν κατοίκων τῶν χωριῶν πού ἔχουν συνδέσει τή ζωή τους μέ τή ζωή τοῦ τραίνου, νά προσπαθήσουμε, νά πείσουμε τούς ἁρμόδιους φορεῖς τῆς Πολιτείας πώς τό πολιτισμικό γίγνεσθαι ἑνός τόπου, ὅπως στήν προκειμένη περίπτωση ἐκφράζεται καί ἀπό τή λειτουργία αὐτοῦ τοῦ τραίνου, δέν πρέπει νά μετράει ἀποκλειστικά καί μόνο τό στενό οἰκονομικό συμφέρον. Ὁ πολιτισμός ἄλλωστε ὁ ἴδιος ἀποτελεῖ μία ἀδιαμφισβήτητη ἐπένδυση γιά τόν κάθε τόπο. Καί τό τραινάκι τοῦ Πηλίου ἦταν, εἶναι καί πρέπει νά εἶναι πάντα μιά τέτοια ἐπένδυση.

Μιχάλη Γιαννιοῦ

(περιοδικό Βίγλα τ.16)

 

Επικοινωνία

Το όνομά σας (required)

Το Email σας(required)

Θέμα

Το Μύνημά σας

Διεύθυνση

Μηλιές Πηλίου

Μαγνησία

Ελλάδα